ενημερωτικός
[enimeroˈtikos]прилагательноеB2
Значения
1
информационный, информативный
informational, informative · ενημερωτικό υλικό — информационный материал
2
просветительский, образовательный
educational, awareness-raising · ενημερωτική εκδήλωση — просветительское мероприятие
Грамматика
мужской род
им.
ενημερωτικός
вин.
ενημερωτικό
род.
ενημερωτικού
зват.
ενημερωτικέ
женский род
им.
ενημερωτική
вин.
ενημερωτική
род.
ενημερωτικής
зват.
ενημερωτική
средний род
им.
ενημερωτικό
вин.
ενημερωτικό
род.
ενημερωτικού
зват.
ενημερωτικό
Примеры
Αυτό το βιβλίο είναι πολύ ενημερωτικό.
Эта книга очень информативна. · This book is very informative.
Η εταιρεία δημοσίευσε ενημερωτικά έγγραφα για τους πελάτες.
Компания опубликовала информационные документы для клиентов. · The company published informational documents for customers.
Ο ενημερωτικός σκοπός της καμπάνιας ήταν σαφής.
Просветительская цель кампании была ясна. · The educational purpose of the campaign was clear.
Χρειαζόμαστε ενημερωτικές εκδηλώσεις για το κοινό.
Нам нужны просветительские мероприятия для общественности. · We need educational events for the public.