Греческий словарь
с грамматикой

ενεχυροδανειστήριο

[eneχiroðaneiˈstírio]существительноеτο · средний родC1

Значения

1
ломбард, учреждение, дающее ссуды под залог
pawnshop, establishment that lends money in exchange for pledged items · δανείζεται χρήματα με ενέχυρο — одалживают деньги под залог

Грамматика

Ед. ч.
им.
το ενεχυροδανειστήριο
вин.
το ενεχυροδανειστήριο
род.
του ενεχυροδανειστηρίου
зват.
ενεχυροδανειστήριο
Мн. ч.
им.
τα ενεχυροδανειστήρια
вин.
τα ενεχυροδανειστήρια
род.
των ενεχυροδανειστηρίων
зват.
ενεχυροδανειστήρια

Примеры

Πήγε στο ενεχυροδανειστήριο για να δανειστεί χρήματα.
Он пошел в ломбард, чтобы занять деньги. · He went to the pawnshop to borrow money.
Τα ενεχυροδανειστήρια της πόλης προσφέρουν γρήγορα δάνεια.
Ломбарды города предлагают быстрые кредиты. · The pawnshops in the city offer quick loans.
Παραδώσαμε το ρολόι στο ενεχυροδανειστήριο ως ενέχυρο.
Мы отдали часы в ломбард в качестве залога. · We pledged our watch to the pawnshop as collateral.