Греческий словарь
с грамматикой

ενεργοποιώ

[enerɣoˈpjo]глаголB1

Значения

1
активизировать, приводить в действие
to activate, to put into operation · ενεργοποιώ το σύστημα — активизирую систему
2
вовлекать, побуждать к действию
to engage, to mobilize · ενεργοποιώ τους ανθρώπους — вовлекаю людей

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ενεργοποιώ
εσύ
ενεργοποιείς
αυτός
ενεργοποιεί
εμείς
ενεργοποιούμε
εσείς
ενεργοποιείτε
αυτοί
ενεργοποιούν
Аорист
εγώ
ενεργοποίησα
εσύ
ενεργοποίησες
αυτός
ενεργοποίησε
εμείς
ενεργοποιήσαμε
εσείς
ενεργοποιήσατε
αυτοί
ενεργοποίησαν
Будущее
εγώ
θα ενεργοποιήσω
εσύ
θα ενεργοποιήσεις
αυτός
θα ενεργοποιήσει
εμείς
θα ενεργοποιήσουμε
εσείς
θα ενεργοποιήσετε
αυτοί
θα ενεργοποιήσουν

Примеры

Ενεργοποίησε το κινητό του αμέσως.
Он сразу же включил свой мобильный телефон. · He turned on his mobile phone right away.
Το πρόγραμμα ενεργοποιείται αυτόματα κάθε πρωί.
Программа активизируется автоматически каждое утро. · The program activates automatically every morning.
Θέλουμε να ενεργοποιήσουμε τις τοπικές κοινότητες.
Мы хотим вовлечь местные сообщества. · We want to engage local communities.
Ενεργοποιώντας το νέο σύστημα, επιτύχαμε καλύτερα αποτελέσματα.
Введя в действие новую систему, мы достигли лучших результатов. · By implementing the new system, we achieved better results.