ενεργοποίηση
[enerɣoˈpii.si]существительноеη · женский родB1
Значения
1
активация, включение (системы, механизма, процесса)
activation, switching on (of a system, mechanism, process) · ενεργοποίηση του συστήματος — активация системы
2
приведение в действие, вступление в силу (закона, правила)
putting into effect, coming into force (of a law, rule) · ενεργοποίηση νέου κανονισμού — вступление в силу нового положения
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ενεργοποίηση
вин.
την ενεργοποίηση
род.
της ενεργοποίησης
зват.
ενεργοποίηση
Мн. ч.
им.
οι ενεργοποιήσεις
вин.
τις ενεργοποιήσεις
род.
των ενεργοποιήσεων
зват.
ενεργοποιήσεις
Примеры
Η ενεργοποίηση του λογαριασμού είναι απλή και γρήγορη.
Активация учётной записи простая и быстрая. · Account activation is simple and fast.
Περιμένουμε την ενεργοποίηση του νέου προγράμματος.
Мы ждём запуска новой программы. · We are waiting for the new program to be activated.
Χωρίς την ενεργοποίηση της άδειας δεν μπορείς να εργαστείς.
Без активации лицензии ты не сможешь работать. · Without activating the license, you cannot work.