ενεργητικός
[enerʝitiˈkos]прилагательноеB1
Значения
1
активный, деятельный
active, energetic · ενεργητικός άνθρωπος — активный человек
2
деятельный, занятой (о работе, деятельности)
busy, engaged (in activity) · ενεργητική ζωή — деятельная жизнь
3
активный залог (в грамматике)
active voice (in grammar) · ενεργητικός φωνή — активный залог
Грамматика
мужской род
им.
ενεργητικός
вин.
ενεργητικό
род.
ενεργητικού
зват.
ενεργητικέ
женский род
им.
ενεργητική
вин.
ενεργητική
род.
ενεργητικής
зват.
ενεργητική
средний род
им.
ενεργητικό
вин.
ενεργητικό
род.
ενεργητικού
зват.
ενεργητικό
Примеры
Είναι ένας πολύ ενεργητικός φοιτητής.
Он очень активный студент. · He is a very active student.
Η ενεργητική συμμετοχή όλων είναι απαραίτητη.
Активное участие всех необходимо. · Active participation from everyone is necessary.
Στο ενεργητικό φωνή, το υποκείμενο κάνει την ενέργεια.
В активном залоге подлежащее совершает действие. · In the active voice, the subject performs the action.
Έχει ενεργητική στάση απέναντι στα προβλήματα.
Он занимает активную позицию по отношению к проблемам. · He takes an active stance toward problems.