ενεργητικό
[eneɾˈɣitiko]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
активы, имущество (в бухгалтерии)
assets, active side of a balance sheet · το ενεργητικό της εταιρείας — активы компании
2
активный залог (в грамматике)
active voice · ρήμα στο ενεργητικό — глагол в активном залоге
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ενεργητικό
вин.
το ενεργητικό
род.
του ενεργητικού
зват.
ενεργητικό
Мн. ч.
им.
τα ενεργητικά
вин.
τα ενεργητικά
род.
των ενεργητικών
зват.
ενεργητικά
Примеры
Το ενεργητικό της τράπεζας αυξήθηκε σημαντικά φέτος.
Активы банка значительно выросли в этом году. · The bank's assets increased significantly this year.
Στο ενεργητικό περιλαμβάνονται ακίνητα και μηχανήματα.
В активы включаются недвижимость и оборудование. · The assets include real estate and machinery.
Χρησιμοποιούμε το ενεργητικό για τις ενέργειες που κάνει το υποκείμενο.
Мы используем активный залог для действий, совершаемых подлежащим. · We use the active voice for actions performed by the subject.