ενδυναμώνω
[enðinaˈmono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
укреплять, усиливать (физически или морально)
to strengthen, to reinforce, to empower · ενδυναμώνω το σώμα — укреплять тело
2
придавать силы, воодушевлять
to give strength to, to encourage · ενδυναμώνω κάποιον ηθικά — придавать кому-то моральные силы
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ενδυναμώνω
εσύ
ενδυναμώνεις
αυτός
ενδυναμώνει
εμείς
ενδυναμώνουμε
εσείς
ενδυναμώνετε
αυτοί
ενδυναμώνουν
Аорист
εγώ
ενδυνάμωσα
εσύ
ενδυνάμωσες
αυτός
ενδυνάμωσε
εμείς
ενδυναμώσαμε
εσείς
ενδυναμώσατε
αυτοί
ενδυνάμωσαν
Будущее
εγώ
θα ενδυνάμωσω
εσύ
θα ενδυνάμωσεις
αυτός
θα ενδυνάμωσει
εμείς
θα ενδυναμώσουμε
εσείς
θα ενδυναμώσετε
αυτοί
θα ενδυνάμωσουν
Примеры
Η άσκηση ενδυναμώνει τα μυς και το νου.
Упражнения укрепляют мышцы и ум. · Exercise strengthens muscles and mind.
Ο δάσκαλος ενδυνάμωσε τα παιδιά να πιστεύουν στον εαυτό τους.
Учитель придал детям уверенность в себе. · The teacher empowered the children to believe in themselves.
Η διαφορετική άποψη ενδυναμώνει τη δημοκρατία.
Разнообразие мнений укрепляет демократию. · Diverse views strengthen democracy.
Ενδυναμώνοντας τις γυναίκες, αναπτύσσουμε την κοινωνία.
Усиливая позиции женщин, мы развиваем общество. · By empowering women, we develop society.