Греческий словарь
с грамматикой

ενδυμασία

[ənðimaˈsia]существительноеη · женский родB1

Значения

1
одежда, наряд, костюм
clothing, attire, costume · η ενδυμασία του γάμου — свадебный наряд
2
облачение, облик (переносное)
garb, guise (figurative) · η ενδυμασία της αρετής — облик добродетели

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ενδυμασία
вин.
την ενδυμασία
род.
της ενδυμασίας
зват.
ενδυμασία
Мн. ч.
им.
οι ενδυμασίες
вин.
τις ενδυμασίες
род.
των ενδυμασιών
зват.
ενδυμασίες

Примеры

Η ενδυμασία της νύφης ήταν πολύ όμορφη.
Свадебный наряд невесты был очень красив. · The bride's attire was very beautiful.
Οι ενδυμασίες των ηθοποιών ήταν εντυπωσιακές.
Костюмы актёров были впечатляющими. · The actors' costumes were impressive.
Περιποιείται την ενδυμασία της με μεγάλη προσοχή.
Она ухаживает за своей одеждой с большой тщательностью. · She takes great care of her wardrobe.