ενδοχώρα
[endoˈxora]существительноеη · женский родB2
Значения
1
внутренние районы страны, глубинка
inland region, interior of a country, hinterland · περιοχές μακριά από την ακτή — области далеко от побережья
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ενδοχώρα
вин.
την ενδοχώρα
род.
της ενδοχώρας
зват.
ενδοχώρα
Мн. ч.
им.
οι ενδοχώρες
вин.
τις ενδοχώρες
род.
των ενδοχωρών
зват.
ενδοχώρες
Примеры
Πολλοί άνθρωποι μετακομίζουν από την ενδοχώρα στις μεγάλες πόλεις.
Много людей переезжают из глубинки в большие города. · Many people move from the inland regions to major cities.
Η ενδοχώρα της Ελλάδας είναι λιγότερο ανεπτυγμένη από τις παραλίες.
Внутренние районы Греции менее развиты, чем прибрежные области. · Greece's interior is less developed than its coastal regions.
Στην ενδοχώρα υπάρχουν παραδοσιακά χωριά και γεωργικές περιοχές.
Во внутренних районах находятся традиционные деревни и сельскохозяйственные земли. · In the hinterland there are traditional villages and agricultural areas.