Греческий словарь
с грамматикой

ενδιαφέρω

[endiafˈɛro]глаголA2

Значения

1
интересовать, привлекать внимание
to interest, to be of interest to · με ενδιαφέρει η μουσική — музыка меня интересует
2
касаться, затрагивать (интересы, дела)
to concern, to affect (interests, matters) · ενδιαφέρει τα δικά του συμφέροντα — касается его собственных интересов

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ενδιαφέρω
εσύ
ενδιαφέρεις
αυτός
ενδιαφέρει
εμείς
ενδιαφέρουμε
εσείς
ενδιαφέρετε
αυτοί
ενδιαφέρουν
Аорист
εγώ
ενδιαφέρεσα
εσύ
ενδιαφέρεσες
αυτός
ενδιαφέρεσε
εμείς
ενδιαφέρεσαν
εσείς
ενδιαφέρεσαν
αυτοί
ενδιαφέρεσαν
Будущее
εγώ
θα ενδιαφέρω
εσύ
θα ενδιαφέρεις
αυτός
θα ενδιαφέρει
εμείς
θα ενδιαφέρουμε
εσείς
θα ενδιαφέρετε
αυτοί
θα ενδιαφέρουν

Примеры

Με ενδιαφέρει πολύ η ιστορία.
История меня очень интересует. · History interests me a lot.
Δεν τον ενδιαφέρουν τα χρήματα.
Деньги его не интересуют. · Money doesn't interest him.
Θα τη ενδιαφέρει η πρόταση μας;
Её заинтересует ли наше предложение? · Will our proposal interest her?
Ενδιαφερόμαστε για τη συνεργασία.
Нас интересует сотрудничество. · We are interested in cooperation.