Греческий словарь
с грамматикой

ενδιαφέρομαι

[endiafέromai]глаголA2

Значения

1
интересоваться, быть заинтересованным
to be interested in, to take an interest in · ενδιαφέρομαι για τη μουσική — интересуюсь музыкой
2
иметь интерес, заботиться
to care about, to be concerned with · δεν ενδιαφέρεται για άλλους — его не интересуют другие люди

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ενδιαφέρομαι
εσύ
ενδιαφέρεσαι
αυτός
ενδιαφέρεται
εμείς
ενδιαφερόμαστε
εσείς
ενδιαφέρεστε
αυτοί
ενδιαφέρονται
Аорист
εγώ
ενδιαφέρθηκα
εσύ
ενδιαφέρθηκες
αυτός
ενδιαφέρθηκε
εμείς
ενδιαφέρθηκαμε
εσείς
ενδιαφέρθηκατε
αυτοί
ενδιαφέρθηκαν
Будущее
εγώ
θα ενδιαφερθώ
εσύ
θα ενδιαφερθείς
αυτός
θα ενδιαφερθεί
εμείς
θα ενδιαφερθούμε
εσείς
θα ενδιαφερθείτε
αυτοί
θα ενδιαφερθούν

Примеры

Ενδιαφέρομαι πολύ για την ιστορία.
Я очень интересуюсь историей. · I'm very interested in history.
Δεν ενδιαφέρεται για τις σπουδές του.
Он не интересуется своей учёбой. · He's not interested in his studies.
Ενδιαφέρθηκαν για τη νέα σειρά;
Их заинтересовал новый сериал? · Were they interested in the new series?
Θα ενδιαφερθούν αν πάρουν καλή τιμή.
Они заинтересуются, если цена будет хорошей. · They'll be interested if they get a good price.