ενδιαίτημα
[enˈðiˈtima]существительноеτο · средний родC1
Значения
1
место жительства, обиталище (особ. животного)
dwelling, habitat, abode (especially of an animal) · το ενδιαίτημα του αγέρα — обиталище орла
2
логово, берлога
lair, den · το ενδιαίτημα του λιονταριού — логово льва
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ενδιαίτημα
вин.
το ενδιαίτημα
род.
του ενδιαιτήματος
зват.
ενδιαίτημα
Мн. ч.
им.
τα ενδιαιτήματα
вин.
τα ενδιαιτήματα
род.
των ενδιαιτημάτων
зват.
ενδιαιτήματα
Примеры
Το ενδιαίτημα των πολικών αρκούδων είναι το Αρκτικό.
Место обитания белых медведей — Арктика. · The habitat of polar bears is the Arctic.
Κάθε ζώο αναζητά ένα κατάλληλο ενδιαίτημα για να ζήσει.
Каждое животное ищет подходящее обиталище для жизни. · Every animal seeks a suitable dwelling to live in.
Τα ενδιαιτήματα των θηρευτών προστατεύονται νόμω.
Логова хищников защищены законом. · The lairs of predators are protected by law.