ενδέκατος
[eˈnðekatos]прилагательноеB1
Значения
1
одиннадцатый
eleventh · ο ενδέκατος μήνας — одиннадцатый месяц
Грамматика
мужской род
им.
ενδέκατος
вин.
ενδέκατο
род.
ενδέκατου
зват.
ενδέκατε
женский род
им.
ενδέκατη
вин.
ενδέκατη
род.
ενδέκατης
зват.
ενδέκατη
средний род
им.
ενδέκατο
вин.
ενδέκατο
род.
ενδέκατου
зват.
ενδέκατο
Примеры
Ο ενδέκατος όροφος του κτιρίου είναι πολύ ψηλά.
Одиннадцатый этаж здания очень высоко. · The eleventh floor of the building is very high.
Στην ενδέκατη σελίδα θα βρείτε τις απαντήσεις.
На одиннадцатой странице вы найдёте ответы. · On the eleventh page you will find the answers.
Το ενδέκατο κεφάλαιο είναι το πιο δύσκολο.
Одиннадцатая глава самая сложная. · The eleventh chapter is the hardest.