Греческий словарь
с грамматикой

ενέπνευσα

[eˈnepnefsa]глаголB2

Значения

1
вдохновить, воодушевить
to inspire, to fill with inspiration · ενέπνευσα τον καλλιτέχνη — вдохновил художника
2
вселить (идею, чувство)
to instil, to breathe into · ενέπνευσα σε αυτόν θάρρος — вселил в него мужество

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ενπνέω
εσύ
ενπνέεις
αυτός
ενπνέει
εμείς
ενπνέουμε
εσείς
ενπνέετε
αυτοί
ενπνέουν
Аорист
εγώ
ενέπνευσα
εσύ
ενέπνευσες
αυτός
ενέπνευσε
εμείς
ενπνεύσαμε
εσείς
ενπνεύσατε
αυτοί
ενέπνευσαν
Будущее
εγώ
θα ενπνεύσω
εσύ
θα ενπνεύσεις
αυτός
θα ενπνεύσει
εμείς
θα ενπνεύσουμε
εσείς
θα ενπνεύσετε
αυτοί
θα ενπνεύσουν

Примеры

Το έργο του καλλιτέχνη με ενέπνευσε πολύ.
Произведение художника сильно меня вдохновило. · The artist's work really inspired me.
Η μητέρα του ενέπνευσε να γίνει δάσκαλος.
Его мать вдохновила его стать учителем. · His mother inspired him to become a teacher.
Τα λόγια της μας ενέπνευσαν θάρρος και ελπίδα.
Её слова вселили нам мужество и надежду. · Her words instilled courage and hope in us.