Греческий словарь
с грамматикой

εμποδίζω

[empoˈðizo]глаголB1

Значения

1
препятствовать, мешать, затруднять
to hinder, obstruct, prevent · εμποδίζει την εργασία — препятствует работе
2
ставить препятствия, создавать помехи
to put obstacles in the way of, to impede · εμποδίζουν τη διακίνηση — создают препятствия на пути

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εμποδίζω
εσύ
εμποδίζεις
αυτός
εμποδίζει
εμείς
εμποδίζουμε
εσείς
εμποδίζετε
αυτοί
εμποδίζουν
Аорист
εγώ
εμπόδισα
εσύ
εμπόδισες
αυτός
εμπόδισε
εμείς
εμποδίσαμε
εσείς
εμποδίσατε
αυτοί
εμπόδισαν
Будущее
εγώ
θα εμποδίσω
εσύ
θα εμποδίσεις
αυτός
θα εμποδίσει
εμείς
θα εμποδίσουμε
εσείς
θα εμποδίσετε
αυτοί
θα εμποδίσουν

Примеры

Η κυκλοφορία εμποδίζει τη συνομιλία μας.
Шум движения мешает нашему разговору. · The traffic noise hinders our conversation.
Τίποτα δεν θα με εμποδίσει να φύγω.
Ничто не помешает мне уехать. · Nothing will prevent me from leaving.
Εμπόδισαν την είσοδο με κλειστές πόρτες.
Они перекрыли вход закрытыми дверями. · They blocked the entrance with closed doors.
Αυτός ο κανόνας εμποδίζει τις μικρές επιχειρήσεις.
Это правило затрудняет положение малого бизнеса. · This regulation impedes small businesses.