Греческий словарь
с грамматикой

εμπνέω

[emˈpneo]глаголC1

Значения

1
вдохновлять, воодушевлять
to inspire, to infuse with spirit · εμπνέω κάποιον με θάρρος — вдохновлять кого-то мужеством
2
вдыхать, вдувать (воздух)
to breathe in, to blow into · εμπνέω ζωή σε κάτι — вдыхать жизнь в что-то

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εμπνέω
εσύ
εμπνέεις
αυτός
εμπνέει
εμείς
εμπνέουμε
εσείς
εμπνέετε
αυτοί
εμπνέουν
Аорист
εγώ
εμπνέυσα
εσύ
εμπνέυσες
αυτός
εμπνέυσε
εμείς
εμπνέυσαμε
εσείς
εμπνέυσατε
αυτοί
εμπνέυσαν
Будущее
εγώ
θα εμπνεύσω
εσύ
θα εμπνεύσεις
αυτός
θα εμπνεύσει
εμείς
θα εμπνεύσουμε
εσείς
θα εμπνεύσετε
αυτοί
θα εμπνεύσουν

Примеры

Το έργο της μας εμπνέει με θάρρος.
Её работа вдохновляет нас мужеством. · Her work inspires us with courage.
Ο καθηγητής εμπνέυσε τους μαθητές του.
Учитель воодушевил своих учеников. · The teacher inspired his students.
Η φύση τον εμπνέει να δημιουργεί.
Природа вдохновляет его творить. · Nature inspires him to create.
Θέλουμε να εμπνεύσουμε την νέα γενιά.
Мы хотим воодушевить новое поколение. · We want to inspire the new generation.