Греческий словарь
с грамматикой

εμπλέκω

[emˈpleko]глаголB1

Значения

1
вовлекать, втягивать (кого-либо в дело, конфликт и т.п.)
to involve, to implicate, to entangle (someone in a matter, conflict, etc.) · εμπλέκω κάποιον σε πρόβλημα — втягивать кого-то в проблему
2
запутывать, сплетать (физически)
to tangle, to intertwine, to weave together (physically) · τα νήματα εμπλέκονται — нити запутываются

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εμπλέκω
εσύ
εμπλέκεις
αυτός
εμπλέκει
εμείς
εμπλέκουμε
εσείς
εμπλέκετε
αυτοί
εμπλέκουν
Аорист
εγώ
εμπλόκησα
εσύ
εμπλόκησες
αυτός
εμπλόκησε
εμείς
εμπλοκήσαμε
εσείς
εμπλοκήσατε
αυτοί
εμπλόκησαν
Будущее
εγώ
θα εμπλέξω
εσύ
θα εμπλέξεις
αυτός
θα εμπλέξει
εμείς
θα εμπλέξουμε
εσείς
θα εμπλέξετε
αυτοί
θα εμπλέξουν

Примеры

Δεν θέλω να εμπλακώ σε αυτή τη διαμάχη.
Я не хочу быть вовлечён в этот конфликт. · I don't want to get involved in this dispute.
Η αστυνομία εμπλόκησε τρεις ύποπτους στην υπόθεση.
Полиция причастила трёх подозреваемых к делу. · The police implicated three suspects in the case.
Τα καλώδια ήταν εμπλεγμένα και δύσκολα να ξεμπερδευτούν.
Кабели были запутаны и сложно было их распутать. · The cables were tangled and difficult to untangle.
Εμπλέκοντας τον σε αυτό θα δημιουργήσεις προβλήματα.
Если втянешь его в это, создашь проблемы. · If you involve him in this, you'll create problems.