εμπιστοσύνη
[empistosˈini]существительноеη · женский родB1
Значения
1
доверие, уверенность в надёжности кого-либо
trust, confidence in someone's reliability · έχω εμπιστοσύνη στον φίλο μου — я доверяю своему другу
2
вера, уверенность в чём-либо
faith, confidence in something · εμπιστοσύνη στο μέλλον — вера в будущее
Грамматика
Ед. ч.
им.
η εμπιστοσύνη
вин.
την εμπιστοσύνη
род.
της εμπιστοσύνης
зват.
εμπιστοσύνη
Мн. ч.
им.
οι εμπιστοσύνες
вин.
τις εμπιστοσύνες
род.
των εμπιστοσυνών
зват.
εμπιστοσύνες
Примеры
Χρειάζομαι την εμπιστοσύνη σας για αυτό το έργο.
Мне нужно ваше доверие для этого проекта. · I need your trust for this project.
Έχασε την εμπιστοσύνη των συναδέλφων του.
Он потерял доверие своих коллег. · He lost the trust of his colleagues.
Η εμπιστοσύνη είναι η βάση κάθε σχέσης.
Доверие — основа любых отношений. · Trust is the foundation of any relationship.
Μιλούσε με εμπιστοσύνη για το μέλλον του.
Он говорил с уверенностью о своём будущем. · He spoke with confidence about his future.