Греческий словарь
с грамматикой

εμπιστεύω

[empiˈsteˈvo]глаголB1

Значения

1
доверять, полагаться
to trust, to rely on · εμπιστεύομαι σε κάποιον — доверять кому-то
2
поручать, вверять
to entrust, to commit to · εμπιστεύω ένα μυστικό — вверять секрет

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εμπιστεύω
εσύ
εμπιστεύεις
αυτός
εμπιστεύει
εμείς
εμπιστεύουμε
εσείς
εμπιστεύετε
αυτοί
εμπιστεύουν
Аорист
εγώ
εμπίστευσα
εσύ
εμπίστευσες
αυτός
εμπίστευσε
εμείς
εμπιστεύσαμε
εσείς
εμπιστεύσατε
αυτοί
εμπίστευσαν
Будущее
εγώ
θα εμπιστεύσω
εσύ
θα εμπιστεύσεις
αυτός
θα εμπιστεύσει
εμείς
θα εμπιστεύσουμε
εσείς
θα εμπιστεύσετε
αυτοί
θα εμπιστεύσουν

Примеры

Εμπιστεύομαι πολύ τη φίλη μου.
Я очень доверяю своей подруге. · I trust my friend very much.
Του εμπίστευσα το παιδί μου.
Я поручила ему своего ребёнка. · I entrusted my child to him.
Δεν θα εμπιστεύσω αυτό το άτομο ποτέ.
Я никогда не буду доверять этому человеку. · I will never trust that person.
Εμπίστευε την εργασία στους συναδέλφους του.
Он поручал работу своим коллегам. · He entrusted the work to his colleagues.