Греческий словарь
с грамматикой

εμπιστεύομαι

[empiˈstevo̞me]глаголB1

Значения

1
доверять, полагаться
to trust, to rely on · εμπιστεύομαι τον φίλο μου — я доверяю своему другу
2
поручать, вверять
to entrust, to commit to someone's care · εμπιστεύομαι το παιδί μου σε σένα — я вверяю тебе своего ребёнка

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εμπιστεύομαι
εσύ
εμπιστεύεσαι
αυτός
εμπιστεύεται
εμείς
εμπιστευόμαστε
εσείς
εμπιστεύεστε
αυτοί
εμπιστεύονται
Аорист
εγώ
εμπιστεύθηκα
εσύ
εμπιστεύθηκες
αυτός
εμπιστεύθηκε
εμείς
εμπιστεύθηκαμε
εσείς
εμπιστεύθηκατε
αυτοί
εμπιστεύθηκαν
Будущее
εγώ
θα εμπιστευθώ
εσύ
θα εμπιστευθείς
αυτός
θα εμπιστευθεί
εμείς
θα εμπιστευθούμε
εσείς
θα εμπιστευθείτε
αυτοί
θα εμπιστευθούν

Примеры

Εμπιστεύομαι πολύ τον γιατρό μου.
Я очень доверяю своему врачу. · I trust my doctor very much.
Δεν μπορώ να εμπιστευθώ κανέναν εδώ.
Я не могу никому здесь доверять. · I can't trust anyone here.
Της εμπιστεύθηκα τα κλειδιά του σπιτιού.
Я вверил ей ключи от дома. · I entrusted her with the house keys.
Εμπιστεύονται στις δυνάμεις τους.
Они верят в свои силы. · They trust in their abilities.