Примеры
Εμπιστεύομαι πολύ τον γιατρό μου.
Я очень доверяю своему врачу. · I trust my doctor very much.
Δεν μπορώ να εμπιστευθώ κανέναν εδώ.
Я не могу никому здесь доверять. · I can't trust anyone here.
Της εμπιστεύθηκα τα κλειδιά του σπιτιού.
Я вверил ей ключи от дома. · I entrusted her with the house keys.
Εμπιστεύονται στις δυνάμεις τους.
Они верят в свои силы. · They trust in their abilities.