Греческий словарь
с грамматикой

εμπιστευτικός

[empistefˈtikos]прилагательноеB1

Значения

1
конфиденциальный, секретный
confidential, secret · εμπιστευτικές πληροφορίες — конфиденциальная информация
2
заслуживающий доверия, надёжный
trustworthy, reliable · εμπιστευτικός φίλος — надёжный друг

Грамматика

мужской род
им.
εμπιστευτικός
вин.
εμπιστευτικό
род.
εμπιστευτικού
зват.
εμπιστευτικέ
женский род
им.
εμπιστευτική
вин.
εμπιστευτική
род.
εμπιστευτικής
зват.
εμπιστευτική
средний род
им.
εμπιστευτικό
вин.
εμπιστευτικό
род.
εμπιστευτικού
зват.
εμπιστευτικό

Примеры

Αυτά τα έγγραφα είναι εμπιστευτικά.
Эти документы конфиденциальны. · These documents are confidential.
Μόνο ο διευθυντής ξέρει την εμπιστευτική συμφωνία.
Только директор знает о секретном соглашении. · Only the director knows about the secret agreement.
Είναι εμπιστευτικός άνθρωπος και δεν μιλά πολύ.
Он надёжный человек и мало говорит. · He is a trustworthy person and doesn't talk much.
Η εμπιστευτική δυσλειτουργία του συστήματος ανησυχεί την κυβέρνηση.
Конфиденциальный сбой системы беспокоит правительство. · The confidential system malfunction concerns the government.