εμπειρογνώμων
[emperiɔɡˈnɔmɔn]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
эксперт, сведущий человек, осведомлённый судья
expert, knowledgeable person, informed judge · εμπειρογνώμων στα οικονομικά — эксперт по экономике
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο εμπειρογνώμων
вин.
τον εμπειρογνώμονα
род.
του εμπειρογνώμονα
зват.
εμπειρογνώμονε
Мн. ч.
им.
οι εμπειρογνώμονες
вин.
τους εμπειρογνώμονες
род.
των εμπειρογνωμόνων
зват.
εμπειρογνώμονες
Примеры
Ο εμπειρογνώμων ανέλυσε τα προβλήματα της αγοράς.
Эксперт проанализировал проблемы рынка. · The expert analysed the market problems.
Κατά την άποψη του εμπειρογνώμονα, η συμφωνία είναι αναγκαία.
По мнению сведущего человека, соглашение необходимо. · In the opinion of the informed judge, the agreement is necessary.
Συνήγορος και εμπειρογνώμονες συζήτησαν τις λεπτομέρειες.
Адвокат и эксперты обсудили детали. · A lawyer and experts discussed the details.