εμετώ
[emeˈto]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)A2
Значения
1
рвать, вырвать
to vomit · ο ασθενής εμετά — больной рвёт
Грамматика
Настоящее время
εγώ
εμετώ
εσύ
εμετάς
αυτός
εμετά
εμείς
εμετάμε
εσείς
εμετάτε
αυτοί
εμετούν
Аорист
εγώ
έμεσα
εσύ
έμεσες
αυτός
έμεσε
εμείς
έμεσαμε
εσείς
έμεσατε
αυτοί
έμεσαν
Будущее
εγώ
θα εμέσω
εσύ
θα εμέσεις
αυτός
θα εμέσει
εμείς
θα εμέσουμε
εσείς
θα εμέσετε
αυτοί
θα εμέσουν
Примеры
Το παιδί εμετά όλη τη νύχτα.
Ребёнок рвал всю ночь. · The child was vomiting all night long.
Έμεσε αμέσως μετά το φαγητό.
Его вырвало сразу после еды. · He vomited right after eating.
Αν συνεχίσει έτσι, θα εμέσει.
Если он будет так продолжать, его вырвет. · If he keeps on like that, he'll throw up.