εμβόλιο
[emˈvolio]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
вакцина
vaccine · εμβόλιο κατά του κορωνοϊού — вакцина от коронавируса
2
прививка
vaccination, inoculation · πήρα το εμβόλιο — я сделал прививку
Грамматика
Ед. ч.
им.
το εμβόλιο
вин.
το εμβόλιο
род.
του εμβολίου
зват.
εμβόλιο
Мн. ч.
им.
τα εμβόλια
вин.
τα εμβόλια
род.
των εμβολίων
зват.
εμβόλια
Примеры
Το εμβόλιο είναι αποτελεσματικό κατά της γρίπης.
Вакцина эффективна против гриппа. · The vaccine is effective against the flu.
Πήγα στο νοσοκομείο για να πάρω το εμβόλιο.
Я пошёл в больницу, чтобы получить прививку. · I went to the hospital to get vaccinated.
Τα παιδιά χρειάζονται τα εμβόλια του παιδικού σταθμού.
Дети должны получить все необходимые прививки для детского сада. · Children need their vaccinations before preschool.
Ο γιατρός μας είπε ότι το νέο εμβόλιο έχει λίγες παρενέργειες.
Врач сказал нам, что новая вакцина имеет мало побочных эффектов. · The doctor told us the new vaccine has few side effects.