Греческий словарь
с грамматикой

εμβάλλω

[eˈmvalo]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB2

Значения

1
вторгаться, совершать вторжение
invade, make an incursion · εμβάλλω σε χώρα — вторгаюсь в страну
2
бросать, метать (во что-то)
throw, cast (into) · εμβάλλω λίθο στο νερό — бросаю камень в воду
3
вкладывать, инвестировать (средства)
invest, put in (money or resources) · εμβάλλω κεφάλαια σε επιχείρηση — вкладываю капитал в бизнес

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εμβάλλω
εσύ
εμβάλλεις
αυτός
εμβάλλει
εμείς
εμβάλλουμε
εσείς
εμβάλλετε
αυτοί
εμβάλλουν
Аорист
εγώ
ένεβαλα
εσύ
ένεβαλες
αυτός
ένεβαλε
εμείς
ενεβάλαμε
εσείς
ενεβάλατε
αυτοί
ένεβαλαν
Будущее
εγώ
θα εμβάλω
εσύ
θα εμβάλεις
αυτός
θα εμβάλει
εμείς
θα εμβάλουμε
εσείς
θα εμβάλετε
αυτοί
θα εμβάλουν

Примеры

Ο στρατός ένεβαλε στα σύνορα του γείτονα.
Армия совершила вторжение на границу соседа. · The army invaded the neighbor's border.
Εμβάλλει μεγάλα χρήματα στην τεχνολογία.
Он вкладывает большие деньги в технологию. · He invests large sums in technology.
Έμβαλαν τις σάκες στο φορτηγό.
Они погрузили мешки в грузовик. · They threw the bags into the truck.
Θα εμβάλουμε νέες δυνάμεις στην αμυνα.
Мы задействуем новые силы в защиту. · We will deploy new forces to the defense.