Греческий словарь
с грамматикой

ελπίζω

[elˈpizo]глаголA2

Значения

1
надеяться, питать надежду
to hope, to have hope · ελπίζω για καλύτερα — я надеюсь на лучшее
2
рассчитывать, ожидать
to expect, to count on · ελπίζω να έρθεις — я рассчитываю, что ты придёшь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ελπίζω
εσύ
ελπίζεις
αυτός
ελπίζει
εμείς
ελπίζουμε
εσείς
ελπίζετε
αυτοί
ελπίζουν
Аорист
εγώ
ήλπισα
εσύ
ήλπισες
αυτός
ήλπισε
εμείς
ήλπισαν
εσείς
ήλπισατε
αυτοί
ήλπισαν
Будущее
εγώ
θα ελπίσω
εσύ
θα ελπίσεις
αυτός
θα ελπίσει
εμείς
θα ελπίσουμε
εσείς
θα ελπίσετε
αυτοί
θα ελπίσουν

Примеры

Ελπίζω ότι θα έχει καλό καιρό αύριο.
Я надеюсь, что завтра будет хорошая погода. · I hope the weather will be nice tomorrow.
Όλοι ελπίζουν σε ένα καλύτερο μέλλον.
Все надеются на лучшее будущее. · Everyone hopes for a better future.
Ήλπιζα να σε δω στο πάρτι χθες.
Я ожидал увидеть тебя на вечеринке вчера. · I hoped to see you at the party yesterday.
Θα ελπίσουμε για το καλύτερο.
Мы будем надеяться на лучшее. · We will hope for the best.