ελονοσία
[elonoˈsia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
малярия
malaria · παράσιτο που μεταδίδεται από κουνούπια — паразит, передающийся комарами
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ελονοσία
вин.
την ελονοσία
род.
της ελονοσίας
зват.
ελονοσία
Мн. ч.
им.
οι ελονοσίες
вин.
τις ελονοσίες
род.
των ελονοσιών
зват.
ελονοσίες
Примеры
Η ελονοσία είναι σοβαρή ασθένεια στις τροπικές περιοχές.
Малярия — это серьёзное заболевание в тропических регионах. · Malaria is a serious disease in tropical regions.
Πολλοί ταξιδιώτες προστατεύονται από την ελονοσία με φάρμακα.
Многие путешественники защищаются от малярии лекарствами. · Many travellers protect themselves from malaria with medicines.
Η καταπολέμηση της ελονοσίας απαιτεί διεθνή συνεργασία.
Борьба с малярией требует международного сотрудничества. · Fighting malaria requires international cooperation.