ελλείπω
[eˈlipo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
недостаёт, нехватает
to be missing, to be lacking · του ελλείπει χρόνος — ему не хватает времени
2
отсутствовать, не являться
to be absent, to fail to appear · ελλείπει από τη συνάντηση — отсутствует на встрече
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ελλείπω
εσύ
ελλείπεις
αυτός
ελλείπει
εμείς
ελλείπουμε
εσείς
ελλείπετε
αυτοί
ελλείπουν
Аорист
εγώ
έλλειψα
εσύ
έλλειψες
αυτός
έλλειψε
εμείς
ελλείψαμε
εσείς
ελλείψατε
αυτοί
έλλειψαν
Будущее
εγώ
θα ελλείψω
εσύ
θα ελλείψεις
αυτός
θα ελλείψει
εμείς
θα ελλείψουμε
εσείς
θα ελλείψετε
αυτοί
θα ελλείψουν
Примеры
Του ελλείπει το θάρρος να μιλήσει.
Ему не хватает смелости, чтобы говорить. · He lacks the courage to speak.
Αρκετοί μαθητές έλλειψαν από το μάθημα χθες.
Многие ученики отсутствовали на уроке вчера. · Many students were absent from the lesson yesterday.
Ελλείπουν μερικά στοιχεία από το αρχείο.
Некоторые данные отсутствуют в файле. · Some information is missing from the file.
Τι στοιχεία ελλείπουν για να ολοκληρωθεί το έργο;
Какие элементы необходимы, чтобы завершить проект? · What elements are needed to complete the project?