Греческий словарь
с грамматикой

ελκύω

[eˈlkio]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
тянуть, влечь, тащить
to pull, to draw, to drag · ελκύω το σχοινί — я тяну верёвку
2
привлекать, манить, очаровывать
to attract, to appeal to, to charm · το σπίτι με ελκύει — дом меня привлекает

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ελκύω
εσύ
ελκύεις
αυτός
ελκύει
εμείς
ελκύουμε
εσείς
ελκύετε
αυτοί
ελκύουν
Аорист
εγώ
είλκυσα
εσύ
είλκυσες
αυτός
είλκυσε
εμείς
είλκυσαμε
εσείς
είλκυσατε
αυτοί
είλκυσαν
Будущее
εγώ
θα ελκύσω
εσύ
θα ελκύσεις
αυτός
θα ελκύσει
εμείς
θα ελκύσουμε
εσείς
θα ελκύσετε
αυτοί
θα ελκύσουν

Примеры

Ο αλιέας ελκύει το δίχτυ με δύναμη.
Рыбак тянет сеть с силой. · The fisherman pulls the net forcefully.
Η ομορφιά της πόλης με ελκύει πολύ.
Красота города меня очень привлекает. · The beauty of the city appeals to me greatly.
Είλκυσαν το καρότσι μέχρι το σπίτι.
Они потащили тележку до дома. · They dragged the cart all the way home.
Τι σε ελκύει στη νέα δουλειά;
Что тебя привлекает в новой работе? · What attracts you to the new job?