Греческий словарь
с грамматикой

ελικόπτερο

[eliˈkopstero]существительноеτο · средний родA2

Значения

1
вертолёт
helicopter · αεροσκάφος με έλικες — летательный аппарат с винтами

Грамматика

Ед. ч.
им.
το ελικόπτερο
вин.
το ελικόπτερο
род.
του ελικοπτέρου
зват.
ελικόπτερο
Мн. ч.
им.
τα ελικόπτερα
вин.
τα ελικόπτερα
род.
των ελικοπτέρων
зват.
ελικόπτερα

Примеры

Το ελικόπτερο πέταξε πάνω από την πόλη.
Вертолёт пролетел над городом. · The helicopter flew over the city.
Έδεσε τα ελικόπτερα στη βάση.
Он припарковал вертолёты на базе. · He parked the helicopters at the base.
Ο πιλότος του ελικοπτέρου ήταν πολύ έμπειρος.
Пилот вертолёта был очень опытным. · The helicopter pilot was very experienced.