ελεώ
[eleˈo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)C1
Значения
1
жалеть, сочувствовать
to pity, to have compassion for · ελεώ τον άνθρωπο — жалею этого человека
2
помиловать, проявить милосердие
to show mercy, to spare · ο θεός ελεώ τους αμαρτωλούς — Бог помилует грешников
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ελεώ
εσύ
ελεείς
αυτός
ελεεῖ
εμείς
ελεοῦμε
εσείς
ελεεῖτε
αυτοί
ελεοῦν
Аорист
εγώ
ελέησα
εσύ
ελέησες
αυτός
ελέησε
εμείς
ελεήσαμε
εσείς
ελεήσατε
αυτοί
ελέησαν
Будущее
εγώ
θα ελεήσω
εσύ
θα ελεήσεις
αυτός
θα ελεήσει
εμείς
θα ελεήσουμε
εσείς
θα ελεήσετε
αυτοί
θα ελεήσουν
Примеры
Ελέησε τους φτωχούς και τους έδωσε τροφή.
Он пожалел бедняков и дал им еду. · He had compassion on the poor and gave them food.
Ο δικαστής τον ελέησε και του μείωσε την ποινή.
Судья помиловал его и снизил наказание. · The judge showed him mercy and reduced his sentence.
Θα ελεήσουν οι θεοί τους πολεμιστές που έπεσαν;
Помилуют ли боги павших воинов? · Will the gods show mercy to the fallen warriors?