Греческий словарь
с грамматикой

ελευθερώνω

[elefθeˈrono]глаголB1

Значения

1
освобождать, освободить
to free, to liberate · ελευθερώνω ένα άτομο — освобождаю человека
2
освобождать (занятое место, время и т.п.)
to free up, to vacate (a space, time, etc.) · ελευθερώνω τη θέση — освобождаю место
3
избавлять (от чего-то неприятного)
to rid, to relieve (of something unpleasant) · ελευθερώνω από τον φόβο — избавляю от страха

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ελευθερώνω
εσύ
ελευθερώνεις
αυτός
ελευθερώνει
εμείς
ελευθερώνουμε
εσείς
ελευθερώνετε
αυτοί
ελευθερώνουν
Аорист
εγώ
ελευθέρωσα
εσύ
ελευθέρωσες
αυτός
ελευθέρωσε
εμείς
ελευθερώσαμε
εσείς
ελευθερώσατε
αυτοί
ελευθέρωσαν
Будущее
εγώ
θα ελευθερώσω
εσύ
θα ελευθερώσεις
αυτός
θα ελευθερώσει
εμείς
θα ελευθερώσουμε
εσείς
θα ελευθερώσετε
αυτοί
θα ελευθερώσουν

Примеры

Η αστυνομία ελευθέρωσε τους ομήρους χθες.
Полиция освободила заложников вчера. · The police freed the hostages yesterday.
Πρέπει να ελευθερώσουμε το γραφείο για την συνάντηση.
Нам нужно освободить офис для встречи. · We need to free up the office for the meeting.
Ο θεραπευτής τον ελευθέρωσε από τα συναισθήματα φταίχτειας.
Терапевт избавил его от чувства вины. · The therapist relieved him of his guilt.
Όταν ελευθερώνονται από τις υποχρεώσεις, νιώθουν καλύτερα.
Когда они избавляются от обязательств, им становится лучше. · When they are freed from obligations, they feel better.