Греческий словарь
с грамматикой

ελαφρύνω

[elaˈfrino]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB1

Значения

1
облегчить (груз, ношу)
to lighten (a load, burden) · ελαφρύνω το φορτίο — облегчить груз
2
облегчить (боль, страдание, скорбь)
to ease, alleviate (pain, suffering, sorrow) · ελαφρύνω τον πόνο — облегчить боль
3
развеселить, поднять настроение
to cheer up, lighten someone's mood · ελαφρύνω κάποιον — развеселить кого-либо

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ελαφρύνω
εσύ
ελαφρύνεις
αυτός
ελαφρύνει
εμείς
ελαφρύνουμε
εσείς
ελαφρύνετε
αυτοί
ελαφρύνουν
Аорист
εγώ
ελάφρυνα
εσύ
ελάφρυνες
αυτός
ελάφρυνε
εμείς
ελαφρύναμε
εσείς
ελαφρύνατε
αυτοί
ελάφρυναν
Будущее
εγώ
θα ελαφρύνω
εσύ
θα ελαφρύνεις
αυτός
θα ελαφρύνει
εμείς
θα ελαφρύνουμε
εσείς
θα ελαφρύνετε
αυτοί
θα ελαφρύνουν

Примеры

Ο μεσίτης ελάφρυνε το βάρος του σάκου.
Носильщик облегчил ношу мешка. · The porter lightened the weight of the sack.
Αυτά τα φάρμακα ελαφρύνουν τον πόνο γρήγορα.
Эти лекарства быстро облегчают боль. · These medicines ease pain quickly.
Το καλό ανέκδοτο τον ελάφρυνε στη δύσκολη στιγμή.
Хорошая шутка развеселила его в трудный момент. · A good joke cheered him up in a difficult moment.
Ελαφρύνετε τις ανησυχίες του παιδιού με ήρεμα λόγια.
Облегчите тревогу ребёнка спокойными словами. · Ease the child's worry with calm words.