ελαττώνω
[elaˈtono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
уменьшать, снижать
to reduce, to diminish, to lessen · ελαττώνω τη δόση — уменьшать дозу
2
ослаблять, понижать в должности
to demote, to lower in rank · ελαττώνω κάποιον σε βαθμό — понизить кого-то в должности
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ελαττώνω
εσύ
ελαττώνεις
αυτός
ελαττώνει
εμείς
ελαττώνουμε
εσείς
ελαττώνετε
αυτοί
ελαττώνουν
Аорист
εγώ
ελάττωσα
εσύ
ελάττωσες
αυτός
ελάττωσε
εμείς
ελαττώσαμε
εσείς
ελαττώσατε
αυτοί
ελάττωσαν
Будущее
εγώ
θα ελαττώσω
εσύ
θα ελαττώσεις
αυτός
θα ελαττώσει
εμείς
θα ελαττώσουμε
εσείς
θα ελαττώσετε
αυτοί
θα ελαττώσουν
Примеры
Θα πρέπει να ελαττώσουμε τα κόστη παραγωγής.
Нам нужно снизить производственные затраты. · We need to reduce production costs.
Ο γιατρός ελάττωσε τη δόση του φαρμάκου.
Врач уменьшил дозу лекарства. · The doctor reduced the medication dosage.
Η ποιότητα ελαττώνεται όταν δεν φυλάσσεται σωστά.
Качество ухудшается, если его не хранить правильно. · Quality deteriorates if not stored properly.
Έχουν ελαττώσει τις τιμές για να προσελκύσουν πελάτες.
Они снизили цены, чтобы привлечь клиентов. · They lowered prices to attract customers.