Греческий словарь
с грамматикой

ελέγχω

[eˈleŋxo]глаголB1

Значения

1
проверять, контролировать
to check, to inspect, to control · ελέγχω τα έγγραφα — проверяю документы
2
обвинять, упрекать
to reproach, to accuse, to rebuke · ελέγχω κάποιον για ψέματα — обвиняю кого-то во лжи

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ελέγχω
εσύ
ελέγχεις
αυτός
ελέγχει
εμείς
ελέγχουμε
εσείς
ελέγχετε
αυτοί
ελέγχουν
Аорист
εγώ
έλεγξα
εσύ
έλεγξες
αυτός
έλεγξε
εμείς
ελέγξαμε
εσείς
ελέγξατε
αυτοί
έλεγξαν
Будущее
εγώ
θα ελέγξω
εσύ
θα ελέγξεις
αυτός
θα ελέγξει
εμείς
θα ελέγξουμε
εσείς
θα ελέγξετε
αυτοί
θα ελέγξουν

Примеры

Ο καθηγητής έλεγξε τα γραπτά των μαθητών.
Учитель проверил письменные работы учеников. · The teacher checked the students' written work.
Θα ελέγξουν τα αυτοκίνητα για βλάβες.
Они проверят автомобили на поломки. · They will inspect the cars for defects.
Τον έλεγξαν για τη σπατάλη του χρήματος.
Его обвинили в растрате денег. · They reproached him for wasting money.
Ελέγχει πάντα τις αποδείξεις προσεκτικά.
Она всегда внимательно проверяет квитанции. · She always carefully checks the receipts.