ελάττωση
[eˈlatosi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
уменьшение, снижение, сокращение
reduction, decrease, diminution · ελάττωση του πληθυσμού — снижение численности населения
2
дефект, недостаток (книжное)
defect, imperfection (formal/literary) · ελάττωση της όρασης — дефект зрения
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ελάττωση
вин.
την ελάττωση
род.
της ελάττωσης
зват.
ελάττωση
Мн. ч.
им.
οι ελαττώσεις
вин.
τις ελαττώσεις
род.
των ελαττώσεων
зват.
ελαττώσεις
Примеры
Παρατηρήθηκε σημαντική ελάττωση στις πωλήσεις.
Было зафиксировано значительное снижение продаж. · A significant drop in sales was observed.
Η ελάττωση της θερμοκρασίας προκάλεσε προβλήματα.
Снижение температуры вызвало проблемы. · The temperature reduction caused problems.
Οι ελαττώσεις του προϋπολογισμού επηρέασαν τα σχέδια.
Сокращения бюджета повлияли на планы. · Budget cuts affected the plans.