ελάτη
[eˈlati]существительноеη · женский родB1
Значения
1
ель, ёлка (дерево)
fir tree · κόκκινα μήλα στην ελάτη — красные яблоки на ёлке
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ελάτη
вин.
την ελάτη
род.
της ελάτης
зват.
ελάτη
Мн. ч.
им.
οι ελάτες
вин.
τις ελάτες
род.
των ελάτων
зват.
ελάτες
Примеры
Η ελάτη είναι πολύ δημοφιλές χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Ель — очень популярное рождественское дерево. · The fir tree is a very popular Christmas tree.
Φυτέψαμε τρεις ελάτες στο κήπο.
Мы посадили три ели в саду. · We planted three firs in the garden.
Το αρωματικό έλαιο ελάτης χρησιμοποιείται στα καλλυντικά.
Эфирное масло ели используется в косметике. · Fir essential oil is used in cosmetics.