Греческий словарь
с грамматикой

εκφράζω

[ekˈfrzo]глаголB1

Значения

1
выражать, высказывать (мысль, чувство, мнение)
to express, to convey (an idea, feeling, opinion) · εκφράζω τη γνώμη μου — высказываю своё мнение
2
представлять, олицетворять
to represent, to embody · αυτό εκφράζει τη δύναμη — это олицетворяет силу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκφράζω
εσύ
εκφράζεις
αυτός
εκφράζει
εμείς
εκφράζουμε
εσείς
εκφράζετε
αυτοί
εκφράζουν
Аорист
εγώ
εξέφρασα
εσύ
εξέφρασες
αυτός
εξέφρασε
εμείς
εξεφράσαμε
εσείς
εξεφράσατε
αυτοί
εξέφρασαν
Будущее
εγώ
θα εκφράσω
εσύ
θα εκφράσεις
αυτός
θα εκφράσει
εμείς
θα εκφράσουμε
εσείς
θα εκφράσετε
αυτοί
θα εκφράσουν

Примеры

Ο καλλιτέχνης εκφράζει τα συναισθήματά του με τη ζωγραφική.
Художник выражает свои чувства живописью. · The artist expresses his feelings through painting.
Εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για τα αποτελέσματα.
Он выразил своё недовольство результатами. · He expressed his dissatisfaction with the results.
Αυτό το σύμβολο εκφράζει τη δημοκρατία.
Этот символ олицетворяет демократию. · This symbol represents democracy.
Θα εκφράσουν τις ιδέες τους στη συνέλευση.
Они высказывают свои идеи на собрании. · They will voice their ideas at the assembly.