Греческий словарь
с грамматикой

εκφοβίζω

[ekfoˈvizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
пугать, устрашать, запугивать
to frighten, to intimidate, to scare · εκφοβίζω κάποιον με απειλές — пугаю кого-то угрозами
2
вселять страх, внушать ужас
to fill with fear, to inspire dread · το γεγονός εκφοβίζει τους ανθρώπους — событие вселяет страх в людей

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκφοβίζω
εσύ
εκφοβίζεις
αυτός
εκφοβίζει
εμείς
εκφοβίζουμε
εσείς
εκφοβίζετε
αυτοί
εκφοβίζουν
Аорист
εγώ
εκφοβίσα
εσύ
εκφοβίσες
αυτός
εκφοβίσε
εμείς
εκφοβίσαμε
εσείς
εκφοβίσατε
αυτοί
εκφοβίσαν
Будущее
εγώ
θα εκφοβίσω
εσύ
θα εκφοβίσεις
αυτός
θα εκφοβίσει
εμείς
θα εκφοβίσουμε
εσείς
θα εκφοβίσετε
αυτοί
θα εκφοβίσουν

Примеры

Ο δάσκαλος δεν πρέπει να εκφοβίζει τους μαθητές.
Учитель не должен запугивать учеников. · A teacher should not intimidate students.
Την εκφοβίσαν με απειλές και βία.
Они запугали её угрозами и насилием. · They intimidated her with threats and violence.
Τα δυνατά πυροτεχνήματα εκφοβίζουν πολλά ζώα.
Громкие фейерверки пугают многих животных. · Loud fireworks frighten many animals.
Δεν θα με εκφοβίσει με τέτοιες απειλές.
Он не запугает меня такими угрозами. · He won't intimidate me with such threats.