εκτόξευση
[ekˈtoksefsɪ]существительноеη · женский родB2
Значения
1
запуск (ракеты, спутника)
launch (of a rocket, satellite) · εκτόξευση του δορυφόρου — запуск спутника
2
мгновенный скачок, резкое возрастание
sudden surge, sharp increase · εκτόξευση των τιμών — резкий скачок цен
Грамматика
Ед. ч.
им.
η εκτόξευση
вин.
την εκτόξευση
род.
της εκτόξευσης
зват.
εκτόξευση
Мн. ч.
им.
οι εκτοξεύσεις
вин.
τις εκτοξεύσεις
род.
των εκτοξεύσεων
зват.
εκτοξεύσεις
Примеры
Η εκτόξευση του πυραύλου ήταν επιτυχημένη.
Запуск ракеты прошёл успешно. · The rocket launch was successful.
Παρακολουθούσαν την εκτόξευση του διαστημικού σκάφους.
Они наблюдали за запуском космического аппарата. · They watched the spacecraft launch.
Η εκτόξευση των τιμών ανησύχησε τους καταναλωτές.
Скачок цен встревожил потребителей. · The surge in prices alarmed consumers.
Μετά την εκτόξευσή της, η αγορά αντέδρασε θετικά.
После её взлёта рынок среагировал позитивно. · After her meteoric rise, the market responded positively.