Греческий словарь
с грамматикой

εκτυπώνω

[ektiˈpono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
печатать, выводить на печать
to print, to output to print · εκτυπώνω ένα έγγραφο — печатаю документ
2
отпечатывать, оставлять отпечаток
to imprint, to leave an impression · εκτυπώνω μια εικόνα στη μνήμη — отпечатываю образ в памяти

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκτυπώνω
εσύ
εκτυπώνεις
αυτός
εκτυπώνει
εμείς
εκτυπώνουμε
εσείς
εκτυπώνετε
αυτοί
εκτυπώνουν
Аорист
εγώ
εκτύπωσα
εσύ
εκτύπωσες
αυτός
εκτύπωσε
εμείς
εκτυπώσαμε
εσείς
εκτυπώσατε
αυτοί
εκτύπωσαν
Будущее
εγώ
θα εκτυπώσω
εσύ
θα εκτυπώσεις
αυτός
θα εκτυπώσει
εμείς
θα εκτυπώσουμε
εσείς
θα εκτυπώσετε
αυτοί
θα εκτυπώσουν

Примеры

Θα εκτυπώσω αυτά τα έγγραφα αμέσως.
Я сейчас же распечатаю эти документы. · I'll print these documents right away.
Ο εκτυπωτής εκτυπώνει αργά σήμερα.
Принтер печатает медленно сегодня. · The printer is printing slowly today.
Το περιστατικό εκτυπώθηκε βαθιά στη συνείδησή του.
Событие глубоко отпечаталось в его сознании. · The incident was deeply imprinted in his consciousness.
Είχε εκτυπώσει χίλιες αφίσες για την καμπάνια.
Он напечатал тысячу плакатов для кампании. · He had printed a thousand posters for the campaign.