εκτυπωτής
[ektipɔˈtis]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
принтер (устройство для печати)
printer (device for printing) · ο εκτυπωτής τυπώνει έγγραφα — принтер печатает документы
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο εκτυπωτής
вин.
τον εκτυπωτή
род.
του εκτυπωτή
зват.
εκτυπωτή
Мн. ч.
им.
οι εκτυπωτές
вин.
τους εκτυπωτές
род.
των εκτυπωτών
зват.
εκτυπωτές
Примеры
Ο εκτυπωτής μας δεν δουλεύει σήμερα.
Наш принтер сегодня не работает. · Our printer isn't working today.
Χρειάζομαι έναν καλό εκτυπωτή για το γραφείο.
Мне нужен хороший принтер для офиса. · I need a good printer for the office.
Οι εκτυπωτές αυτοί είναι πολύ γρήγοροι.
Эти принтеры очень быстрые. · These printers are very fast.
Άλλαξε το μελάνι του εκτυπωτή χθες.
Вчера он заменил чернила принтера. · He replaced the printer's ink yesterday.