Греческий словарь
с грамматикой

εκτοπίζω

[ektɔˈpizo]глаголB2

Значения

1
вытеснять, вынуждать покидать место
displace, force to leave · εκτοπίζω ανθρώπους από τα σπίτια τους — вынуждаю людей покидать их дома
2
смещать, занимать место чего-либо
displace, take the place of · το νερό εκτοπίζει τον αέρα — вода вытесняет воздух
3
изгонять, исключать из общества или должности
oust, remove from office or society · εκτοπίστηκε από την εταιρεία — его уволили из компании

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκτοπίζω
εσύ
εκτοπίζεις
αυτός
εκτοπίζει
εμείς
εκτοπίζουμε
εσείς
εκτοπίζετε
αυτοί
εκτοπίζουν
Аорист
εγώ
εκτόπισα
εσύ
εκτόπισες
αυτός
εκτόπισε
εμείς
εκτοπίσαμε
εσείς
εκτοπίσατε
αυτοί
εκτόπισαν
Будущее
εγώ
θα εκτοπίσω
εσύ
θα εκτοπίσεις
αυτός
θα εκτοπίσει
εμείς
θα εκτοπίσουμε
εσείς
θα εκτοπίσετε
αυτοί
θα εκτοπίσουν

Примеры

Ο πόλεμος εκτόπισε χιλιάδες οικογένειες.
Война вынудила уехать тысячи семей. · The war displaced thousands of families.
Το νερό εκτοπίζει όγκο ίσο με το δικό του.
Вода вытесняет объем, равный её собственному. · Water displaces a volume equal to its own.
Εκτοπίστηκε από τη θέση του διευθυντή.
Его сместили с должности директора. · He was removed from his position as director.
Η κρίση εκτοπίζει όλο και περισσότερους ανθρώπους.
Кризис вынуждает всё больше людей покидать свои дома. · The crisis is displacing more and more people.