Греческий словарь
с грамматикой

εκτιμώ

[ektiˈmo]глаголB1

Значения

1
оценивать, ценить
to appreciate, to value · εκτιμώ την δουλειά του — я ценю его работу
2
оценивать (определять стоимость)
to estimate, to assess the value of · εκτιμώ το σπίτι — оцениваю дом
3
считать, полагать
to deem, to consider · εκτιμώ ότι είναι σωστό — считаю, что это правильно

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκτιμώ
εσύ
εκτιμάς
αυτός
εκτιμά
εμείς
εκτιμούμε
εσείς
εκτιμάτε
αυτοί
εκτιμούν
Аорист
εγώ
εκτίμησα
εσύ
εκτίμησες
αυτός
εκτίμησε
εμείς
εκτιμήσαμε
εσείς
εκτιμήσατε
αυτοί
εκτίμησαν
Будущее
εγώ
θα εκτιμήσω
εσύ
θα εκτιμήσεις
αυτός
θα εκτιμήσει
εμείς
θα εκτιμήσουμε
εσείς
θα εκτιμήσετε
αυτοί
θα εκτιμήσουν

Примеры

Εκτιμώ πολύ την παλιά τέχνη.
Я высоко ценю старинное искусство. · I greatly appreciate classical art.
Ο ειδικός εκτίμησε το σπίτι στα 300.000 ευρώ.
Специалист оценил дом в 300.000 евро. · The expert assessed the house at 300,000 euros.
Εκτιμούσαν ότι ήταν πολύ σημαντικό.
Они считали, что это было очень важно. · They deemed it to be very important.
Θα εκτιμήσουν τα έργα τέχνης αύριο.
Завтра они оценят произведения искусства. · They will assess the artworks tomorrow.