Греческий словарь
с грамматикой

εκτιμητής

[ektimiˈtis]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
оценщик, эксперт по оценке стоимости
appraiser, valuer, estimator of value · ο εκτιμητής της ιδιοκτησίας — оценщик недвижимости
2
судья, арбитр (в спорте или конкурсе)
judge, arbitrator (in sports or competitions) · εκτιμητής σε διαγωνισμό — судья в конкурсе

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο εκτιμητής
вин.
τον εκτιμητή
род.
του εκτιμητή
зват.
εκτιμητή
Мн. ч.
им.
οι εκτιμητές
вин.
τους εκτιμητές
род.
των εκτιμητών
зват.
εκτιμητές

Примеры

Ο εκτιμητής άξιας έκανε την αποτίμηση του σπιτιού.
Оценщик провёл оценку дома. · The property appraiser conducted a valuation of the house.
Οι εκτιμητές της ολυμπιακής αθλητικής ομάδας ήταν πολύ αυστηροί.
Судьи олимпийской спортивной команды были очень строги. · The judges of the Olympic team were very strict.
Χρειάστηκε έναν εκτιμητή για τη διαφορά τιμής.
Нужен был эксперт для разрешения спора о цене. · An expert appraiser was needed to settle the price dispute.