Греческий словарь
с грамматикой

εκτείνω

[ɛkˈtɛno]глаголB1

Значения

1
вытягивать, протягивать, вытянуть
to stretch, to extend, to stretch out · εκτείνω το χέρι — протягиваю руку
2
распространять, расширять
to extend, to expand, to spread · εκτείνω την εξουσία — расширяю власть

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκτείνω
εσύ
εκτείνεις
αυτός
εκτείνει
εμείς
εκτείνουμε
εσείς
εκτείνετε
αυτοί
εκτείνουν
Аорист
εγώ
έκτεινα
εσύ
έκτεινες
αυτός
έκτεινε
εμείς
εκτείναμε
εσείς
εκτείνατε
αυτοί
έκτειναν
Будущее
εγώ
θα εκτείνω
εσύ
θα εκτείνεις
αυτός
θα εκτείνει
εμείς
θα εκτείνουμε
εσείς
θα εκτείνετε
αυτοί
θα εκτείνουν

Примеры

Έκτεινε το χέρι του για να με χαιρετήσει.
Он протянул руку, чтобы со мной поздороваться. · He stretched out his hand to greet me.
Η επιδημία εκτείνεται σε όλη τη χώρα.
Эпидемия распространяется по всей стране. · The epidemic is spreading throughout the country.
Έκτεινα τα πόδια μου κάτω από το τραπέζι.
Я вытянул ноги под столом. · I stretched my legs under the table.
Το δέντρο εκτείνει τα κλαδιά του προς το ήλιο.
Дерево протягивает свои ветви к солнцу. · The tree extends its branches toward the sun.