Греческий словарь
с грамматикой

εκτίθημι

[ɛkˈtiθimi]глаголC1

Значения

1
выставлять, демонстрировать, подвергать (взглядам, опасности и т.п.)
to expose, display, exhibit, put at risk · εκτίθει τα έργα του — выставляет свои работы
2
излагать, описывать (мысль, теорию, историю)
to set forth, expound, recount · εκτίθησαν τα γεγονότα — изложили факты
3
выбрасывать, покидать (младенца)
to expose, abandon (a child) · εκτέθη το παιδί — младенца оставили

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκτίθημι
εσύ
εκτίθεις
αυτός
εκτίθει
εμείς
εκτίθεμεν
εσείς
εκτίθετε
αυτοί
εκτιθέασιν
Аорист
εγώ
ἐξέθηκα
εσύ
ἐξέθηκας
αυτός
ἐξέθηκε
εμείς
ἐξέθημεν
εσείς
ἐξέθητε
αυτοί
ἐξέθησαν
Будущее
εγώ
θα εκθέσω
εσύ
θα εκθέσεις
αυτός
θα εκθέσει
εμείς
θα εκθέσουμε
εσείς
θα εκθέσετε
αυτοί
θα εκθέσουν

Примеры

Ο μουσείο εκτίθει σπάνια αρχαία αγάλματα.
Музей выставляет редкие древние статуи. · The museum displays rare ancient statues.
Εκθέσαμε τις απόψεις μας με σαφήνεια.
Мы изложили наши взгляды ясно. · We set forth our views clearly.
Τα παιδιά δεν πρέπει να εκτίθενται σε σκληρή αντίδραση.
Дети не должны подвергаться жёсткой критике. · Children should not be exposed to harsh criticism.
Ο συγγραφέας έκθεσε το ιστορικό περιστατικό με λεπτομέρεια.
Писатель описал исторический случай с подробностями. · The author recounted the historical incident in detail.