Греческий словарь
с грамматикой

εκτίθεμαι

[ekˈtiθeme]глаголB2

Значения

1
выставлять, экспонировать (произведения искусства, товары и т.д.)
to display, to exhibit, to put on show · εκτίθεται στο μουσείο — выставляется в музее
2
излагать, представлять (идеи, мнение, теорию)
to set forth, to expound, to present (ideas, views) · εκτίθεται την άποψή του — излагает своё мнение
3
подвергаться (опасности, риску, влиянию)
to be exposed (to danger, risk, influence) · εκτίθεται στον κίνδυνο — подвергается опасности

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκτίθεμαι
εσύ
εκτίθεσαι
αυτός
εκτίθεται
εμείς
εκτιθέμαστε
εσείς
εκτίθεστε
αυτοί
εκτίθενται
Аорист
εγώ
εξεθέμην
εσύ
εξέθου
αυτός
εξέθετο
εμείς
εξεθέμεθα
εσείς
εξέθεστε
αυτοί
εξέθεντο
Будущее
εγώ
θα εκτεθώ
εσύ
θα εκτεθείς
αυτός
θα εκτεθεί
εμείς
θα εκτεθούμε
εσείς
θα εκτεθείτε
αυτοί
θα εκτεθούν

Примеры

Τα έργα τέχνης εκτίθεντο στην αίθουσα με μεγάλη φροντίδα.
Произведения искусства выставлялись в зале с большой заботой. · The artworks were displayed in the hall with great care.
Εκτίθεται τις ιδέες του με σαφήνεια και λογική.
Он излагает свои идеи ясно и логично. · He sets forth his ideas clearly and logically.
Όσοι εκτίθενται στο ηλιακό φως πρέπει να προστατεύονται.
Те, кто подвергается воздействию солнечного света, должны защищаться. · Those exposed to sunlight must protect themselves.
Θα εκτεθεί στον κοινό όλη η αλήθεια για το συμβάν.
Вся правда о происшествии будет открыта публике. · The whole truth about the incident will be exposed to the public.