εκστασιασμός
[ekstasjaˈzmos]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
восторг, экстаз, восхищение
ecstasy, rapture, delight · ένα αίσθημα απόλυτης χαράς — чувство абсолютной радости
2
воодушевление, энтузиазм
enthusiasm, zeal · ο εκστασιασμός για ένα έργο — воодушевление по отношению к делу
Грамматика
Ед. ч.
им.
o εκστασιασμός
вин.
τον εκστασιασμό
род.
του εκστασιασμού
зват.
εκστασιασμέ
Мн. ч.
им.
οι εκστασιασμοί
вин.
τους εκστασιασμούς
род.
των εκστασιασμών
зват.
εκστασιασμοί
Примеры
Οι φίλαθλοι χειροκροτούσαν με εκστασιασμό.
Болельщики аплодировали с восторгом. · The fans applauded with rapture.
Ο εκστασιασμός της για τη μουσική ήταν λοιμώδης.
Её восхищение музыкой было заразительным. · Her enthusiasm for music was contagious.
Με εκστασιασμό αποδέχτηκε την πρόταση γάμου.
Она восторженно приняла предложение руки и сердца. · She accepted the marriage proposal with ecstasy.
Ο εκστασιασμός των συμμετεχόντων ήταν εμφανής.
Энтузиазм участников был очевидным. · The participants' zeal was obvious.