Греческий словарь
с грамматикой

εκρήγνυμι

[ekˈriɣnumi]глаголC1

Значения

1
взрываться, взлетать на воздух
to burst, to explode, to erupt · η βόμβα εξερράγη — бомба взорвалась
2
внезапно появляться, выступать
to break out, to burst forth · εξέρραγε σε γέλια — он вдруг рассмеялся

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκρήγνυμι
εσύ
εκρήγνυσαι
αυτός
εκρήγνυται
εμείς
εκρηγνύμεθα
εσείς
εκρήγνυσθε
αυτοί
εκρήγνυνται
Аорист
εγώ
ἐξέρραγον
εσύ
ἐξέρραγες
αυτός
ἐξέρραγε
εμείς
ἐξερράγομεν
εσείς
ἐξερράγετε
αυτοί
ἐξέρραγον
Будущее
εγώ
θα εκραγώ
εσύ
θα εκραγείς
αυτός
θα εκραγεί
εμείς
θα εκραγούμε
εσείς
θα εκραγείτε
αυτοί
θα εκραγούν

Примеры

Η σφαίρα εξέρραγε με δυνατή έκρηξη.
Снаряд взорвался с громким взрывом. · The shell exploded with a loud blast.
Ξαφνικά εξέρραγε σε κλάματα το παιδί.
Внезапно ребёнок разразился слезами. · Suddenly the child burst into tears.
Οι ηφαίστειες εκρήγνυνται κάθε δέκα χρόνια.
Вулканы извергаются каждые десять лет. · The volcanoes erupt every ten years.